Η ιστορία της Εθνικής Πινακοθήκης

Η ιστορία της Εθνικής Πινακοθήκης

Το γλυπτό του Auguste Rodin μπροστά από τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδος
Το γλυπτό του Auguste Rodin μπροστά από τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδος


Η Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, με τις πολύτιμες και πλούσιες συλλογές της, οι οποίες περιλαμβάνουν πάνω από 20.000 έργα τέχνης, και καλύπτουν  μία περίοδο από τα μεταβυζαντινά χρόνια έως τις μέρες μας, θεωρείται ο θεματοφύλακας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. 

Αυτή δεν θα υπήρχε χωρίς τα κληροδοτήματα και τις δωρεές σημαντικών και εμπνευσμένων ανθρώπων (Αλεξάνδρου Σούτσου, Μαρίνου Κοριαλένιου, Ο. Φωκά κ.α.) καθώς και τις δωρεές σημαντικών ιδιωτικών συλλογών, δωρεές των ιδίων των καλλιτεχνών, την συνεργασία με το Ίδρυμα Κουτλίδη και την παρουσίαση της ομώνυμης συλλογής στην Πινακοθήκη. Όλοι και όλα αυτά μαζί, συνέβαλαν στη δημιουργία και των εμπλουτισμό των εκθεμάτων της.

Οικοδομή του ξενοδοχείου Χίλτον και δίπλα το οικόπεδο που θα κτιστεί αργότερα η Εθνική Πινακοθήκη (από το αρχείο του ξενοδοχείου Χίλτον)
Οικοδομή του ξενοδοχείου Χίλτον και δίπλα το οικόπεδο που θα κτιστεί αργότερα η Εθνική Πινακοθήκη (από το αρχείο του ξενοδοχείου Χίλτον)


Η ίδρυσή της αναφέρεται στην παράγραφο ζ’ ενός διατάγματος του 1833 που αφορούσε τις αρμοδιότητες του υπουργείου Παιδείας: «η εις τα τέχνας προόεδευσις, η σύστασις τεχνοδιδακτικών σχολείων και συλλογών και η ανέγερσις πλασματογραφικών τεχνών, η προπαρασκευή εις ανασκαφήν και ανακήρυξις των απολεσθέντων αριστουργημάτων των τεχνών, η φροντίς περί της διαφυλάξεως των εισέτι υπαρχόντων και επαγρύπνησις ώστε να μην εξάγωνται από το κράτος».

Ο Βαυαρός αρχιτέκτων Leo von Klenze ανέλαβε τα σχέδια ανέγερσης του μουσείου – του Παντεχνείου, όπως το είχε ονομάσει, τα οποία όμως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, λόγω οικονομικών δυσχερειών. Η πρώτη προσπάθεια συλλογής έργων τέχνης που θα στεγαζόταν στο μουσείο έγινε από τον διευθυντή του Πολυτεχνείου F. Zentner και περιελάμβανε όσα έργα είχαν συγκεντρωθεί στο υπουργείο Εσωτερικών και στην Αίγινα από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Τα έργα αυτά, τα οποία προέρχονταν από δωρεές ελλήνων καλλιτεχνών και συλλεκτών, μεταφέρθηκαν στο Πολυτεχνείο και η Πινακοθήκη άνοιξε εκεί το 1878. Το 1896 ο ευεργέτης Αλέξανδρος Σούτσος (1839-1895) άφησε όλη του την περιουσία για την ανέγερση ενός Μουσείου Ζωγραφικής.

Ο νόμος που ψηφίστηκε στις 10 Απριλίου 1900 και αφορούσε τη θέση και τον μισθό του Εφόρου, σηματοδότησε την επίσημη λειτουργία της Εθνικής Πινακοθήκης. Λίγους μήνες αργότερα, θεσμοθετήθηκε ο κανονισμός λειτουργίας της και μέσω αυτού έγινε σαφές ότι η στέγαση της Πινακοθήκης στον άνω όροφο του κεντρικού διαμερίσματος του Πολυτεχνείου θα ήταν προσωρινή και ότι θα γίνονταν ενέργειες για την εύρεση μόνιμης και ιδίας στέγης.

Για την θέση του Εφόρου επισημοποιήθηκε ο διορισμός του ζωγράφου Γεωργίου Ιακωβίδη, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 28/7/1900, παραλαμβάνοντας από τον διευθυντή του Πολυτεχνείου Αναστάσιο Θεοφιλά, 258 έργα τέχνης που ανήκαν στις συλλογές του Πολυτεχνείου και του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έναν χρόνο αργότερα, στη συλλογή προστέθηκαν τα 107 έργα τέχνης της δωρεάς του Αλεξάνδρου Σούτσου.

Το οικόπεδο επί των οδών Ριζάρη & Βασ. Σοφίας με τους στρατώνες, όπου στεγαζόταν η Εθνική Πινακοθήκη
Το οικόπεδο επί των οδών Ριζάρη & Βασ. Σοφίας με τους στρατώνες, όπου στεγαζόταν η Εθνική Πινακοθήκη
Η πορεία όμως εύρεσης και απόκτησης στέγης υπήρχε
«


Η πορεία όμως εύρεσης και απόκτησης στέγης υπήρχε μακρά, με δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Στην αρχή προτάθηκε ο χώρος στον περίβολο του Πολυτεχνείου, πρόταση όμως που γρήγορα εγκαταλείφθηκε για ν’ ακολουθήσουν άλλες όπως το Πεδίο του Άρεως, ή το παλιό Αγγλικό Νεκροταφείο ή το οικόπεδο στη συμβολή των οδών Ριζάρη και Βασιλίσσης Σοφίας, που παραχωρήθηκε το 1914 από το Δημόσιο, με ειδικό νόμο. Για διαφόρους λόγους, καμία απ’ αυτές δεν ευοδώθηκε, παρόλο που ο Ιακωβίδης είχε φροντίσει ν’ εξασφαλίσει πόρους για την οικοδόμηση, τόσο από δωρεά του Μαρίνου Κοριαλένιου, όσο και από την εκταμίευση ποσών από την διαθήκη του Μ. Ροδοκανάκη και το κληροδότημα Αβέρωφ.

Ανέγερση της Εθνικής Πινακοθήκης
Ανέγερση της Εθνικής Πινακοθήκης


Το 1918 την θέση του διευθυντή, κατέλαβε ο λογοτέχνης και φιλότεχνος Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο οποίος έκανε μεγάλες προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος της στέγης, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Επί θητείας του το μουσείο άνοιξε για το κοινό, συγκεκριμένες ώρες κάθε μέρα, με ελεύθερη είσοδο, εγκαινιάστηκε η συλλογή γλυπτικής και συνεχίστηκε ο εμπλουτισμός των συλλογών με την αγορά σπουδαίων έργων τέχνης, όπως η Συναυλία των Αγγέλων, το πάνω μέρος της συνθέσεως Ευαγγελισμός, του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου -η σημαντικότερη αγορά για την Πινακοθήκη, αντί του ποσού των 5.900.775 δραχμών- καθώς και έργων του Γύζη. 

Επίσης, συνεχείς ήταν οι δωρεές ιδιωτών, όπως του επιμελητή και ζωγράφου Οδυσσέα Φωκά, ο οποίος άφησε με την διαθήκη του 92 πίνακες, μικροαντικείμενα και έπιπλα καθώς και ένα ακίνητο στην Καλλιθέα και στο Παρίσι, με τα εισοδήματα των οποίων όταν το 1946 ανέλαβε τη διεύθυνση ο χαρισματικός ιστορικός τέχνης και βυζαντινολόγος, Μαρίνος Καλλιγάς, αγόρασε τις σημαντικές και πολύτιμες σειρές χαρακτικών ξένων ζωγράφων, όπως των Ντίρερ, Ρέμπραντ και Γκόγια, έργα που θα ζήλευαν πινακοθήκες και μεγάλα μουσεία του κόσμου. 

Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι θησαυροί της «άστεγης» Πινακοθήκης φυλάχθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο και μετά και για τρία χρόνια μεταφέρθηκαν απέναντι, σε αίθουσες της Casa d’ Italia, ενώ αργότερα στεγάστηκαν και αποθηκεύτηκαν στους στρατώνες του πυροβολικού στην συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ριζάρη, εκεί που αργότερα κτίστηκε το Πολεμικό Μουσείο.

Η αίθουσα υποδοχής από την ανακαινισμένη Εθνική Πινακοθήκη


Ταυτόχρονα με τις άοκνες προσπάθειές του για την εξεύρεση στέγης, ο εμπνευσμένος οξυδερκής και διορατικός Μαρίνος Καλλιγάς, πέτυχε την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του Ιδρύματος, αλλά και την ψήφιση νόμου, βάσει του οποίου  υλοποιήθηκε η συνένωση του κληροδοτήματος του Αλέξανδρου Σούτσου με την Πινακοθήκη και έτσι το 1954 ιδρύθηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΣΟΥ.

Το 1956 προκηρύχθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την οικοδόμηση του κτιρίου, στο οικόπεδο μεταξύ των οδών Ριζάρη και Βασιλίσσης Σοφίας, αφού προηγουμένως ο Μαρίνος Καλλιγάς είχε καταφέρει, μετά από αγώνα, να παραιτηθούν οι στρατιωτικοί από τις αντιρρήσεις και αξιώσεις που προέβαλαν. Από τα σχέδια 75 αρχιτεκτόνων επιλέχθηκε αυτό των Ν. Μουτσόπουλου, Δ. Φατούρου και Π. Μυλωνά (ο Ν. Μουτσόπουλος αποχώρησε στη συνέχεια). Ενώ άρχισαν οι εργασίες, μία νέα εμπλοκή τις σταμάτησε, το οικόπεδο παραχωρήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο, ενώ στην Πινακοθήκη δόθηκε αυτό μεταξύ των οδών Μιχαλακοπούλου, Βασιλέως Κωνσταντίνου, Βασιλέως Αλεξάνδρου, όπου και κτίστηκε.

 Η θέα από την αίθουσα υποδοχής της ανακαινισμένης Εθνικής Πινακοθήκης
Η θέα από την αίθουσα υποδοχής της ανακαινισμένης Εθνικής Πινακοθήκης


Η Πινακοθήκη θεμελιώθηκε πανηγυρικά στις 26 Νοεμβρίου του 1964 από τον Γεώργιο Παπανδρέου. Το πρώτο τμήμα (κτίριο Α) περατώθηκε το 1968 και άρχισε να λειτουργεί το 1969, εκθέτοντας  έργα ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών στον επάνω όροφο και έργα του Νικολάου Γύζη στο κάτω. Το δεύτερο τμήμα της (κτίριο Β) άρχισε ν’ οικοδομείται το 1971 και το κτιριακό συγκρότημα ολοκληρώθηκε το 1976. Από τα έσοδά της, από όλα τα κληροδοτήματα, αγοράστηκαν έργα τέχνης και βιβλία και τέθηκαν οι βάσεις για την οργάνωση, τη συγκρότηση, τη στελέχωση και τη λειτουργική δομή της. 

Το 1972 την διεύθυνση της Πινακοθήκης ανέλαβε ο αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης, Δημήτρης Παπαστάμου, κατά την διάρκεια της θητείας του οποίου, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές αγορές έργων τέχνης («Έφιππος» του Delacroix, ο «Άσωτος Υιός» του Augustine Rodin) με την συνδρομή φιλότεχνων εφοπλιστών, όπως του Σταύρου Νιάρχου και Βασίλη Γουλανδρή. Επίσης, με δική του πρωτοβουλία καθιερώθηκε η οργάνωση μεγάλων εκθέσεων από μουσεία του εξωτερικού με ανταλλαγές αρχαίων έργων τέχνης, αλλά και προβλήθηκαν έλληνες καλλιτέχνες με την οργάνωση πολλών αναδρομικών εκθέσεων. 

Εκτός δε από τις μεμονωμένες αγορές έργων τέχνης που έκανε για τον εμπλουτισμό των συλλογών, ο Δ. Παπαστάμου παρότρυνε και έπειθε, καλλιτέχνες ή κληρονόμους αυτών, να δωρίσουν έργα τους στην Πινακοθήκη με αποτέλεσμα σημαντικά αποκτήματα, όπως έργα του Γουναρόπουλου, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Παρθένη, του Μόραλη, του Απάρτη κ.α. Στα επιτεύγματα της μακρόχρονης θητείας του συγκαταλέγεται και η μεταφορά στην Εθνική Πινακοθήκη της Συλλογής Ευριπίδη Κουτλίδη, με έργα του 19ου αιώνα.

Από το 1992 την διεύθυνση της Πινακοθήκης έχει αναλάβει η ιστορικός τέχνης και καθηγήτρια στην Σχολή Καλών Τεχνών, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα και η πρώτη μεγάλη έκθεση που οργάνωσε «Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν», σημείωσε τεράστια επιτυχία, με αθρόα προσέλευση κόσμου. Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η «El Greco, ταυτότητα και μεταμόρφωση», «Το Φως του Απόλλωνα», «Ιταλική Αναγέννηση και Ελλάδα», οι οποίες γνώρισαν μεγάλη ανταπόκριση από το φιλότεχνο κοινό. Υπολογίζεται δε ότι από το 1992 έως το 2013 η Πινακοθήκη είχε υποδεχθεί 5.5 εκατομμύρια επισκέπτες.   

Από την πρώτη σχεδόν στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά της η κα Λαμπράκη συνειδητοποίησε τα προβλήματα της στενότητας και ανεπάρκειας του χώρου και έβαλε ως στόχο την αναβάθμιση και επέκταση του κτιρίου, ώστε αυτό να μπορεί ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός σύγχρονου μουσείου. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το κτίριο της Πινακοθήκης με την υπογραφή των αρχιτεκτόνων Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου κηρύχθηκε ως νεώτερο μνημείο το 1998, ως κατεξοχήν έργο του μοντερνισμού. 

Εθνική Πινακοθήκη, Η γυάλινη σπείρα που οδηγεί στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, στο αμφιθέατρο και το ισόγειο καφέ
Η γυάλινη σπείρα που οδηγεί στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, στο αμφιθέατρο και το ισόγειο καφέ


«ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΜΒΟ ΤΟΥ ΧΙΛΤΟΝ, ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΟ»

Το κανάλι που αναπαριστά συμβολικά τον ποταμό Ιλισό με το έργο του Κ. Βαρώτσου. Αριστερά το γλυπτό του Κ. Κουλεντιανού © Έλενα Ντάκουλα
Το κανάλι που αναπαριστά συμβολικά τον ποταμό Ιλισό με το έργο του Κ. Βαρώτσου. Αριστερά το γλυπτό του Κ. Κουλεντιανού


Εθνική Πινακοθήκη: Το έργο ανακαίνισης-επέκτασης και το κόστος κατασκευής – Οι αριθμοί

Η επέκταση και ανακαίνιση των χώρων της Εθνικής Πινακοθήκης, αποτελεί το πρώτο μεγάλο έργο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού στη νέα δεκαετία. Το πολυσύνθετο έργο ξεκίνησε το 2011 και ολοκληρώθηκε το 2021, δέκα χρόνια μετά, κατά τη διάρκεια των οποίων ανέκυπταν συνεχώς πολλά και σοβαρά προβλήματα που καθυστερούσαν τις εργασίες, ανέβαζαν το κόστος και απαιτούσαν την συνεχή επίβλεψη του ΥΠΠΟΑ για την επί τόπου επίλυσή τους.  

Οι όροι επέκτασης της Πινακοθήκης θεσμοθετήθηκαν το 2001 με ειδικό νόμο του Υπουργείου Πολιτισμού και η προμελέτη ανατέθηκε, με χορηγία του «Ιδρύματος Μαρία Τσάκος» στους πρώτους μελετητές, στο γραφείο Π. & Κ. Μυλωνά και Δ. Φατούρου.

Το 2008, το ΥΠΠΟ διενήργησε δημόσιο διεθνή διαγωνισμό για τις οριστικές μελέτες, τις οποίες ανέλαβαν τα γραφεία «Αρχιτεκτονική ΕΠΕ Γραμματόπουλος-Πανουσάκης» και «Δ. Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Ε.Ε.».

Ο σχεδιασμός των εσωτερικών χώρων έγινε από το μελετητικό γραφείο των καθηγητών Γιώργου Παρμενίδη, Christiane Longuepée και Ιφιγένειας Μάρη.

Το έργο εντάχθηκε το 2011 στο ΠΕΠ Αττικής-ΕΣΠΑ 2007-2013 με χρηματοδότηση πρόσθετη από Εθνικούς Πόρους (ΠΔΕ), και από χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.

Εθνική Πινακοθήκη, Είσοδος στην πτέρυγα «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος»
Είσοδος στην πτέρυγα «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος»


Το κόστος του έργου ανέρχεται στα 59.029.102 €. Στο ποσό αυτό τα 42.016.982 ευρώ προέρχονται από δημόσια χρηματοδότηση ενώ τα 17.012.120 ευρώ από ιδιωτική.

Το 71,2% της χρηματοδότησης του έργου επέκτασης, αντιστοιχεί σε δημόσιους πόρους (Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας Αττικής). Τα ψηφιακά προγράμματα της Πινακοθήκης, προϋπολογισμού 2.500.000 ευρώ, χρηματοδοτήθηκαν από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Το 28,8% προέρχεται από δωρεές Ιδρυμάτων και ιδιωτών.

Πριν την έναρξη των εργασιών, το 2013, η Πινακοθήκη εκκενώθηκε και τα έργα μεταφέρθηκαν σε αποθήκες στη Μαγούλα, στις οποίες δημιουργήθηκε η κατάλληλη υποδομή, ώστε αυτά να είναι απολύτως ασφαλή. Η κλοπή της 9ης Ιανουαρίου 2012, του έργου του Πικάσο, το «Γυναικείο Κεφάλι» (λάδι σε μουσαμά, διαστάσεων 56 x 40) (1939), δώρο του καλλιτέχνη το 1949 στον ελληνικό λαό για την προσφορά του στην αντίσταση κατά των Γερμανών, μαζί με το έργο «Μύλος» (1905) του Ολλανδού Πιετ Μοντριάν και ένα έργο σε χαρτί, θρησκευτικής απεικόνισης (αρχές του 17ου αιώνα) του Ιταλού Γκουλιέλμο Κάτσα, είχε προκαλέσει πολλά σχόλια και είχε δημιουργήσει μεγάλη ανησυχία ως προς την ασφαλή φύλαξη των έργων.

Εσωτερικό Εθνικής Πινακοθήκης. Προς τις σκάλες που οδηγούν στην γυάλινη σπείρα

Εσωτερικό Εθνικής Πινακοθήκης. Προς τις σκάλες που οδηγούν στην γυάλινη σπείρα


Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που προέκυψαν κατά την διάρκεια των εργασιών ήταν με τον υδροφόρο ορίζοντα του ποταμού Ιλισού, όταν διαπιστώθηκε ότι αυτός βρισκόταν σε ανώτερο επίπεδο από το αρχικά προβλεπόμενο στις μελέτες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα καθυστερήσεις, λόγω του ότι απαιτούσε νέες μελέτες, νέα σύμβαση με τον ανάδοχο, νέα έγκριση από το Ελεγκτικό Συνέδριο και κατ’ επέκταση πρόσθετη χρηματοδότηση 5.500.000 ευρώ, ώστε να διασφαλιστεί η στατικότητα του κτιρίου. Αν και μεσούσης της οικονομικής κρίσης, τα προβλήματα αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς τον Δεκέμβριο του 2014 και είχε διασφαλιστεί οικονομικά η συνέχεια του έργου. Παρ’ όλα αυτά, η αποπεράτωσή του δεν υπήρξε προτεραιότητα του ΥΠΠΟΑ και το εργοτάξιο είχε παραμείνει στάσιμο, χωρίς συγκεκριμένο χρόνο παράδοσης. 

Η θέα μέσα από την αίθουσα υποδοχής © Έλενα Ντάκουλα
Η κατάσταση άλλαξε από τον Ιούλιο του 2019 με την Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη να θέτει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα το οποίο τηρήθηκε απαρέγκλιτα και την ίδια, μαζί με τον Γενικό Γραμματέα Γ. Διδασκάλου και στελέχη της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων, να έχουν την συνεχή εποπτεία του έργου και να παρακολουθούν την πρόοδο των εργασιών. Οι αντικειμενικές δυσκολίες που προέκυψαν, λόγω της πανδημίας, (λιγότερος αριθμός εργαζομένων στο εργοτάξιο, κλείσιμο των εργοστασίων προμήθειας υλικών στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αγγλία και στην Κίνα, καθώς και λιγότερο προσωπικό στα τελωνεία για τις εισαγωγές υλικών), δεν στάθηκαν εμπόδιο για την τήρηση των προθεσμιών. 

Η νέα Εθνική Πινακοθήκη, με την αισθητική του κτιρίου ν’ αναδεικνύεται στο αστικό περιβάλλον της πόλης, είναι εφάμιλλη των αντίστοιχων μουσείων των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών. 

Στο προϋπάρχον κτίριο των 9.720 τ.μ., προστέθηκαν επιπλέον 11.040 και έτσι οι λειτουργικοί χώροι ανέρχονται σε 20.760 τ.μ. Το μουσείο αποκτά νέους εκθεσιακούς χώρους 2.230 τ.μ., σύγχρονες αποθήκες έργων τέχνης 1.645 τ.μ., αμφιθέατρο 350 θέσεων, χώρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αίθουσα υποδοχής 910 τ.μ., όπου φιλοξενείται, εκτός από το εκδοτήριο εισιτηρίων και το βεστιάριο, δύο πωλητήρια και σαλόνι ψηφιακής πληροφόρησης.

Το πωλητήριο της ανακαινισμένης Εθνικής Πινακοθήκης
Το πωλητήριο της ανακαινισμένης Εθνικής Πινακοθήκης


Το νέο μουσείο έχει κατάλληλα εξοπλισμένους χώρους, όπως υπερσύγχρονα εργαστήρια συντήρησης, γραφεία διοίκησης, καθώς και βιβλιοθήκη, η οποία αναπτύσσεται σε δυο ορόφους. Διαθέτει, επίσης, δυο καφέ- εστιατόρια, με το δεύτερο στο τελευταίο επίπεδο του κτηρίου, προσφέροντας πανοραμική θέα προς την Ακρόπολη, τον λόφο του Λυκαβηττού και τον κόλπο του Σαρωνικού. Στο νέο κτήριο μπορούν να εκτεθούν 1.000 έργα ως μόνιμη συλλογή, ενώ προηγουμένως στο παλιό κτήριο ο αριθμός δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα 400 έργα. Η νέα αίθουσα των περιοδικών εκθέσεων προσεγγίζει τα 2.000 τ.μ. ενώ οι αποθηκευτικοί χώροι μπορούν να στεγάσουν 10.000 έργα.

Η νέα Εθνική Πινακοθήκη απέκτησε έναν επιπλέον όροφο καθώς και επιπλέον βάθος τριών επιπέδων. Στον κήπο που δημιουργείται νότια της ιστορικής κεντρικής πύλης, η Πινακοθήκη έχει μία είσοδο ανεξάρτητη από την οδό Μιχαλακοπούλου (στη συμβολή των οδών Μιχαλακοπούλου και Βασιλέως Κωνσταντίνου). Το μουσείο διαθέτει, επίσης, ράμπες κυκλοφορίας των επισκεπτών με θέα στον ορίζοντα της πόλης, ασανσέρ και κλιμακοστάσια, πλήρη προσβασιμότητα για ΑμεΑ και σύγχρονα ηλεκτρομαγνητικά συστήματα ασφάλειας.


Ευεργέτης της Πινακοθήκης είναι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος με δωρεά 13.000.000 ευρώ. Μεγάλοι δωρητές είναι ο Θόδωρος και η Εμμανουέλα Βασιλάκη, ο Βασίλης και η Μαρίνα Θεοχαράκη, το Ίδρυμα Αντώνιος Ε. Κομνηνός, το Ίδρυμα Ευρυπίδη Κουτλίδη, το Ίδρυμα Ωνάση, η κ. Dorothy Λάτση, ο Παναγιώτης και η Ειρήνη Λαιμού. Δωρητές είναι το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο Νικόλας Δ. Πατέρας.

Η Εθνική Πινακοθήκη το βράδυ

Η Εθνική Πινακοθήκη το βράδυ

Οι Ομπρέλες του Γιώργου Ζογγολόπουλου στην Εθνική Πινακοθήκη

Οι Ομπρέλες του Γιώργου Ζογγολόπουλου

Είσοδος του Αμφιθεάτρου στην Εθνική Πινακοθήκη

Είσοδος του Αμφιθεάτρου

ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Κειμενο επιμέλεια Έλενα Ντάκουλα

https://www.athensvoice.gr/culture/706994_ethniki-pinakothiki-tis-ellados-entyposiaki-kai-anakainismeni

EΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΖΟΥ
100 ΧΡΟΝΙΑ
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΙΩΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΚΟΥΤΛΙΔΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s