
Αττική γη: όταν τα ονόματα σβήνουν, η ιστορία μένει
Στην «Αττική γη» δεν μας απασχολεί η βιτρίνα, αλλά το υπόστρωμα. Πριν από τις μεγάλες λέξεις και τα μεγάλα σχέδια, υπήρχαν τόποι με όνομα, χρήση και μνήμη. Το Χασάνι είναι ένας τέτοιος τόπος. Το κείμενο που ακολουθεί δεν γράφτηκε για να νοσταλγήσει, αλλά για να θυμίσει ότι η ιστορία της γης προηγείται πάντα των επενδύσεων.

Το αεροδρόμιο του Ελληνικού λεγόταν αρχικά “Χασάνι” και η ιστορία του είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί κουβαλάει μέσα της όλη τη μετάβαση της Αττικής από αγροτική γη σε σύγχρονο κράτος.
Το Χασάνι: γη πριν από τα σχέδια
Το Χασάνι ήταν το παλιό τοπωνύμιο της περιοχής του σημερινού πρώην αεροδρομίου Ελληνικού. Το όνομα, οθωμανικής προέλευσης, παρέπεμπε πιθανότατα σε γαιοκτήμονα ονόματι Χασάν.

Για δεκαετίες ήταν καλλιεργήσιμη γη, βοσκοτόπια, χωρίς σχεδόν καμία αστική χρήση
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η γη αυτή δεν άλλαξε χαρακτήρα· άλλαξε διαχειριστές. Το τοπωνύμιο παρέμεινε στη λαϊκή χρήση, στα συμβόλαια, στις προφορικές μνήμες.
Το Αεροδρόμιο Χασανίου: η πρώτη τομή (1930 – 1940)

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΕΡΟΔΙΑΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ 1938
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το κράτος επιλέγει το Χασάνι για τη δημιουργία του πρώτου οργανωμένου πολιτικού αεροδρομίου της Αθήνας. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία τα πλεονεκτήματα ήταν το επίπεδο έδαφος, μικρή απόσταση από το κέντρο, και η απουσία αστικού πληθυσμού
Το αεροδρόμιο αναφέρεται επίσημα ως Αεροδρόμιο Χασανίου. Η αγροτική γη μπαίνει για πρώτη φορά σε κρατικό σχεδιασμό μεγάλης κλίμακας.
Πόλεμος και κατοχή: η γη ως στρατηγικό εργαλείο

Η κατάληψη του Χασανίου Απρίλιος 1944 Αρχείο δημοσιογράφου Ηλία Χριστέα
Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το αεροδρόμιο χρησιμοποιείται από την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, καταλαμβάνεται από τις γερμανικές δυνάμεις και βομβαρδίζεται.
Η γη παύει να είναι ουδέτερη. Γίνεται υποδομή, στόχος, εργαλείο εξουσίας. Από το Χασάνι στο Ελληνικό: η σιωπηλή μετονομασία
Μετά το 1945, με την αμερικανική παρουσία και τον Ψυχρό Πόλεμο, το αεροδρόμιο επεκτείνεται ο ρόλος του ενισχύεται γεωπολιτικά
Την ίδια στιγμή, το όνομα Χασάνι αρχίζει να εξαφανίζεται. Δεν καταργείται θεσμικά. Αντικαθίσταται σταδιακά από το «Ελληνικό» – ένα όνομα πιο συμβατό με την εθνική αφήγηση της εποχής.
Το Χασάνι περνά από τους χάρτες στη μνήμη.

Άποψη του Ελληνικού και ο χιονισμένος Υμηττός, τον Φεβρουάριο του 1940
Παραλιακή ζώνη

Αττική Άγιος Κοσμάς Οκτωβρίος 1944
Τουρισμός και αποκοπή από το παρελθόν, Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, η νότια ακτογραμμή της Αθήνας αλλάζει ριζικά, ξενοδοχεία, κέντρα διασκέδασης, κοσμοπολίτικη παραλιακή λεωφόρος.

Αμερικανική Βάση Ελληνικού

Η αμερικανική βάση του Ελληνικού και ο εμβληματικός υδατόπυργος της λεωφόρου Βουλιαγμένης
Το Ελληνικό λειτουργεί ως πύλη της χώρας. Η παλιά γη καλύπτεται από νέες αφηγήσεις «εκσυγχρονισμού».

Κλείσιμο αεροδρομίου – νέα αφήγηση (2001–σήμερα)
Το 2001 Κλείσιμο αεροδρομίου & γέννηση της «Αθηναϊκής Ριβιέρας» (2001– μέχρι σήμερα)Η γη περνά σε νέα φάση:
Ο όρος «Αθηναϊκή Ριβιέρα» δεν περιγράφει απλώς έναν τόπο. Δημιουργεί έναν νέο συμβολισμό. Διαγράφει,το Χασάνι, το αεροδρόμιο, τη στρατιωτική χρήση και κρατά μόνο την εικόνα.

Χρονολόγιο της γης
Οθωμανική περίοδος: Τσιφλίκι Χασανίου
19ος αι.: Αγροτική χρήση – διατήρηση τοπωνυμίου
1930: Ίδρυση Αεροδρομίου Χασανίου
1940–1944: Πόλεμος και κατοχή
1945–1960: Μετονομασία σε Ελληνικό
1960–2000: Τουριστική ανάπτυξη παραλιακής
2001: Κλείσιμο αεροδρομίου
2010+: «Αθηναϊκή Ριβιέρα»
Αντί επιλόγου
Στην Αττική γη, τα ονόματα αλλάζουν για να αλλάξει η μνήμη. Όμως το χώμα θυμάται. Και το Χασάνι είναι ακόμα εκεί – κάτω από τις νέες λέξεις, κάτω από τις μακέτες, κάτω από την επίσημη αφήγηση.
Καταληκτική πολιτική σημείωση
Η μετάβαση από το Χασάνι στην «Αθηναϊκή Ριβιέρα» δεν είναι φυσική εξέλιξη· είναι πολιτική επιλογή. Όταν αλλάζει το όνομα, αλλάζει και το δικαίωμα λόγου πάνω στη γη. Από κοινός χώρος γίνεται επενδυτικό προϊόν, από ιστορικός τόπος γίνεται «φιλέτο», από δημόσια μνήμη γίνεται εταιρικό αφήγημα.
Η γη του Χασανίου δεν ρωτήθηκε ποτέ. Όπως δεν ρωτήθηκαν ούτε όσοι έζησαν, δούλεψαν ή πέρασαν από αυτήν. Το μόνο που άλλαξε με συνέπεια ήταν οι λέξεις: τσιφλίκι, αεροδρόμιο, Ελληνικό, Ριβιέρα. Κάθε λέξη και μια νέα εξουσία.
Η Αττική γη δεν χρειάζεται rebranding. Χρειάζεται μνήμη, γνώση και πολιτική ευθύνη. Γιατί όποιος ελέγχει τα ονόματα, ελέγχει και την ιστορία – και τελικά τη γη.
Μανώλης Χαρολίδης
Δημήτρης Καμπουράκης, Το Χασάνι που έγινε Ελληνικό.
Από τον Χασάν μπέη, στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Η ιστορία του αεροδρομίου που άφησε εποχή. Ο χωμάτινος διάδρομος, τα λυχνάρια για νυκτερινές προσγειώσεις που έκλεβαν οι βοσκοί, οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί, η μεταπολεμική πάνινη σκηνή ως terminal, ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η τελική του παρακμή.
Το 1938, δυο χρόνια πριν τον μεγάλο πόλεμο και την κατοχή, χτίστηκαν στην ερημική παραθαλάσσια τοποθεσία της Αττικής «Χασάνι» μια σειρά από πελώρια τσιμεντένια υπόστεγα. Η τοποθεσία «Χασάνι» είχε πάρει την ονομασία της από τον παλιό Τούρκο ιδιοκτήτη της, τον Χασάν Μπέη. Στην περιοχή υπήρχε και ο οικισμός Χασάνι, που είχε λίγα πλινθόκτιστα φτωχικά σπίτια και στάνες, που ανήκαν κτηνοτρόφους κατσικιών που έβοσκαν τα ζώα τους στις νότιες πλαγιές του Υμηττού. Λίγους μήνες αργότερα, στον προσεκτικά ισοπεδωμένο χώρο μπροστά από τα υπόστεγα, προσγειώθηκε το πρώτο αεροπλάνο. Το αεροδρόμιο του Ελληνικού είχε γεννηθεί.
Δεν ήταν το πρώτο αεροδρόμιο της χώρας, αλλά το τρίτο. Πρώτο ήταν το Τατόι, που εγκαινιάστηκε το 1931 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος έκανε και την πρώτη πτήση Αθήνα- Θεσσαλονίκη. Πέταξε με την ΕΕΕΣ, την Ελληνική Εταιρεία Εναερίων Συγκοινωνιών. Στην συμπρωτεύουσα, το αεροπλάνο προσγειώθηκε σ’ ένα χωράφι. Η προσγείωση μάλιστα ήταν επεισοδιακή, διότι ο άσχετος περί τα αεροπορικά κόσμος που συγκεντρώθηκε, είχε μπει μέσα στον διάδρομο για να βλέπει καλύτερα, οπότε η αστυνομία αναγκάστηκε να τον αδειάσει δια της βίας. Το δεύτερο αεροδρόμιο της χώρας ήταν του Ηρακλείου Κρήτης που υποδέχτηκε πρώτη φορά αεροπλάνο το 1935. Το Ελληνικό ήταν το τρίτο και δημιουργήθηκε αυστηρά για τις ανάγκες της πολιτικής αεροπορίας της χώρας, όχι για πολεμικούς σκοπούς. Έκτοτε, το Τατόι συνέχισε να λειτουργεί ως εκπαιδευτικό.
Εκείνα τα χρόνια, δύο ήταν οι ελληνικές αεροπορικές εταιρείες. Η κρατική ΕΕΕΣ και η ιδιωτική ΤΑΕ, δηλαδή «Τεχνικαί Αεροπορικαί Εκμεταλεύσεις». Την είχε ιδρύσει το 1935 ο πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας Στέφανος Ζώτος, γνωστός και με το παρατσούκλι «Σμήναρχος Χ». Το Ελληνικό πολύ γρήγορα έγινε η βάση όλων των ελληνικών και ξένων αεροπορικών εταιρειών. Δίπλα στα αρχικά υπόστεγα χτίστηκαν και νέα για την επισκευή αεροσκαφών καθώς και κτίρια γραφείων. Τα περισσότερα απ’ αυτά καταστράφηκαν τον καιρό της κατοχής και ξαναχτίστηκαν από την αρχή μετά την απελευθέρωση.
Ο διάδρομος ασφαλτοστρώθηκε λίγους μήνες μετά την πρώτη λειτουργία του αεροδρομίου, ενώ από το 1938 το νέο αεροδρόμιο μπορούσε να λειτουργήσει και τη νύχτα. Ο διάδρομος φωτιζόταν από λάμπες Goosenecks. Παρά το βαρύγδουπο του ονόματος, δεν ήταν παρά μεγάλα λυχνάρια με πετρέλαιο και φυτίλι, τα οποία μεταφέρονταν τα βράδια που υπήρχε πτήση και τοποθετούνταν κατά μήκος του διαδρόμου για να μπορεί να τον βλέπει ο πιλότος του αεροπλάνου μέσα στο σκοτάδι. Μετά τα μάζευαν, διότι οι χωρικοί από τους γύρω οικισμούς και τις στάνες, όποτε έβλεπαν ότι υπήρχε νυχτερινή πτήση, κατέβαιναν και τα έκλεβαν για να φωτίζουν τα σπίτια τους. Gooseneck, σημαίνει λαιμός της χήνας και ονομάστηκαν έτσι διότι το σχήμα τους έμοιαζε με τον μακρύ λαιμό του πουλερικού.
Το 1946, μετά την απελευθέρωση, ο Ζώτος ίδρυσε ξανά την ΤΑΕ σε συνεργασία με την Αμερικανική TWA. Τον πρώτο καιρό, επειδή δεν υπήρχε terminal, οι επιβάτες συγκεντρώνονταν σε μια μεγάλη πάνινη σκηνή που είχε στηθεί στην άκρη του διαδρόμου. Υπάρχουν υπέροχες φωτογραφίες της σκηνής αυτής στο Ελληνικό, στη μέση του πουθενά. Δυο χρόνια αργότερα, το ελληνικό δημόσιο έδωσε νέες άδειες στις εταιρείες ΕΛΛΑΣ, ΑΜΕ και ΔΑΙΔΑΛΟΣ. Ο ανταγωνισμός, η χαμηλή επιβατική κίνηση και τα μεγάλα έξοδα τις οδήγησε σε συγχώνευση, απαξίωση και χρεωκοπία ως το 1951. Τα 2,5 εκατομμύρια δολάρια που δόθηκαν από το Σχέδιο Μάρσαλ για τη βελτίωση των αεροπορικών μεταφορών της χώρας χάθηκαν στα χέρια επιτηδείων δίχως να πάει ούτε ένα δολάριο στην αεροπορία.
Το 1956 η αεροπορική εκμετάλλευση της χώρας πουλήθηκε ολόκληρη στον Αριστοτέλη Ωνάση. Άρχισε τότε η χρυσή εποχή της Ολυμπιακής, που κράτησε ως το 1975 οπότε κρατικοποιήθηκε με εισήγηση του υπουργού Συντονισμού Παναγιώτη Παπαληγούρα στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σταθμός στην πορεία του Ελληνικού θεωρήθηκε και το 1968, όταν κτίστηκε το terminal του ανατολικού. Το σχεδίασε ο Φιλανδός αρχιτέκτονας Έερο Σααρίκεν και θεωρήθηκε παγκόσμια πρωτοπορία. Ο ίδιος έφτιαξε και τα terminal του JFK της Νέας Υόρκης. Σήμερα το κτίριο αυτό ρημάζει στην ανατολική πλευρά του έρημου Ελληνικού, έχοντας ήδη υποστεί μύριες μετατροπές και περιμένοντας τον επενδυτή να το αναδείξει ή να το κατεδαφίσει.
Λοιπά Ιστορικά στοιχεία
Πηγή: «Ανίχνευση του κοινωνικοπολιτιστικού πλαισίου ζωής στους δήμους Αλίμου, Αργυρούπολης, Γλυφάδας, Ελληνικού»
Η περιοχή που σήμερα ονομάζεται Ελληνικό άρχισε να κατοικείται το 1925 μετά τη μικρασιατική καταστροφή από Πόντιους πρόσφυγες προερχόμενοι από τα Σούρμενα του Πόντου. Πριν από αυτό αναφέρεται ως ακατοίκητος χώρος, άγονος και άνυδρος με αγροτικό χαρακτήρα, που αποτελούσε ως το 1830 βοσκοτόπι ιδιοκτησίας του Τούρκου Πασά Χασάν (Χασάνι Τσιφλίκι) που εκτεινόταν ως τη Βούλα.
Το 1925 -26 αρχίζει ο εποικισμός από Πόντιους, με μέριμνα της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων που είχε ως πρόεδρο τον Μοργκεντάου (πρέσβη των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη το 1914), και στη συνέχεια και από Θράκες με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Σε ομιλία της για τα Σούρμενα η κ. Χ. Συμεωνίδου – Χείλαρη αναφέρει ότι αρχικά έμειναν για μικρό χρονικό διάστημα στην Αργυρούπολη όπου υπήρχε νερό. Σύντομα μεταφέρθηκαν στο μέρος αυτό που ονόμασαν Σούρμενα, ξεγελώντας έτσι τη νοσταλγία τους για την πατρώα γη. Εδώ στις πλαγιές του Υμηττού, τόπο ακατοίκητο από αιώνες, άγονο, άνυδρο, βραχώδη και αφιλόξενο έστησαν τις πρώτες σκηνές μέσα στον ήλιο, το κρύο, τη βροχή, τον αέρα. Μερικοί προσπάθησαν να κτίσουν σπίτια με πλίνθους που γρήγορα κατέρρευσαν από τα νερά των βροχών.
Το υπουργείο Γεωργίας έδωσε κλήρους ανταλλάξιμης γης 5 στρεμμάτων το 1925. Όσοι καταφθάνουν κατοχυρώνουν τον κλήρο τους. Η παροχή αυτή έχει συγκεκριμένους όρους. Για τα Σούρμενα τα στρέμματα δεν είναι ενιαία και αφαιρώντας την εισφορά για δρόμους και κοινόχρηστους χώρους είναι 4 στρέμματα. Στο Κάτω Ελληνικό προϋπόθεση για την εγκατάσταση ήταν η δήλωση ότι αναλάμβανε ο κάτοικος να κάνει εκβραχισμούς του οικοπέδου του, περιμάνδρωση και κήπο. Αυτονόητο είναι ότι αυτές τις προϋποθέσεις μπορούσαν να εκπληρώσουν μόνο οι πιο εύποροι της εποχής. Έτσι η περιοχή κατοικήθηκε από εμπόρους, εφοπλιστές, εύπορους και εγγράμματους που κατάγονταν από τη Σμύρνη, τον Πόντο, την Πόλη. Την ονόμασαν Κηπούπολη κι ήταν «όνομα και πράμα».
Το 1928 δίνονται οι αποζημιώσεις των ανταλλάξιμων περιουσιών και κτίζονται αρκετά πέτρινα σπίτια. Την ίδια χρονιά ανοίγουν δημόσιο πηγάδι στην οδό Ιασωνίδου και η ζωή παίρνει το δρόμο προς το καλύτερο. Ειδικά για το νερό μέχρι το 1956 που μπαίνει το δίκτυο της ύδρευσης, οι κάτοικοι ή άνοιγαν πηγάδια βάθους 22 – 30 μέτρων ή το αγόραζαν από τον νερουλά με το δίκυκλο.
Τα Σούρμενα ανήκαν στην Κοινότητα Καλαμακίου μέχρι το 1929, οπότε αποσπώνται και γίνονται δύο κοινότητες:
Α. Κοινότητα Ελληνικού με το Διάταγμα 8-3-1930 ΦΕΚ Α΄ 80/1930 και
Β. Κοινότητα Κομνηνών (Χασάνι) με το Βασιλικό Διάταγμα 4-7-1929 ΦΕΚ Α΄ 221/1929.
Η κυβέρνηση Μεταξά αποφασίζει στην περιοχή να δημιουργηθεί αεροδρόμιο. Οι κάτοικοι της Κηπούπολης δεν αντιδρούν πιστεύοντας ότι δεν θα τους επηρεάσει το θέμα. Γίνονται οι πρώτες απαλλοτριώσεις και το 1935 ο ίδιος ο Μεταξάς βάζει το θεμέλιο λίθο γκρεμίζοντας τα σπίτια στο Χασάνι έως τα όρια της Κηπούπολης.
Το 1937 αρχίζει η κατασκευή της Λεωφόρου Βουλιαγμένης που ολοκληρώνεται το 1938 και έτσι δρομολογείται η πρώτη λεωφορειακή γραμμή για το Κέντρο, που είχε αφετηρία στην οδό Ακαδημίας. Ως τότε το μόνο συγκοινωνιακό μέσο που εξυπηρετούσε την περιοχή ήταν ένα ταξί – λεωφορείο, που το ναύλωναν οι κάτοικοι για να ανεβοκατεβαίνουν στην Αθήνα.
Ένα από τα πρώτα θέματα που φροντίζουν οι πρώτοι κάτοικοι είναι να μάθουν τα παιδιά τους γράμματα. Σπίτια δεν υπάρχουν ακόμα, ζουν σε σκηνές και το σχολείο λειτουργεί κι αυτό σε σκηνή με πρώτη δασκάλα την Κυριακή Γουρζουλίδου. Όλοι μαζί κτίζουν το δημοτικό σχολείο (1925 – 1932), μια παράγκα σκεπασμένη με φύλλα αμίαντου στη θέση του ΠΙΚΠΑ, δηλ. στην πλατεία Σουρμένων. Το 1932 πάλι από τους κατοίκους χτίζεται πέτρινο σχολείο. Έχει δύο αίθουσες, γραφείο, χωλ και λειτουργεί ως μονοθέσιο ως το 1968. Το κτήριο σώζεται ακόμα στην πλατεία και σήμερα στεγάζει το Ποντιακό Μουσείο.
Το 1943 με τη Γερμανική Κατοχή δίνεται η εντολή εκκένωσης της περιοχής και οι κάτοικοι βρίσκουν καταφύγιο σε σπίτια στην Καλλιθέα, την Κοκκινιά και τη Νέα Σμύρνη. Η περιοχή διαμορφώνεται σε εικονικό αεροδρόμιο με απώτερο σκοπό να μη βομβαρδιστούν οι πραγματικές εγκαταστάσεις. Οι βομβαρδισμοί επέτειναν την καταστροφή και την ερήμωση. Στην Κατοχή οι κοινότητες Γλυφάδας και Ελληνικού καταργούνται και στη θέση τους δημιουργείται ο Δήμος Ευρυάλης με το Νόμο 239/1943 ΦΕΚ Α΄ 174/1943. Δύο χρόνια αργότερα με αναγκαστικό Νόμο του 1945 αποσπάστηκε από το Δήμο Ευρυάλης και ανασυστάθηκε ως Κοινότητα Ελληνικού.
Με τη λήξη του πολέμου τον Οκτώβριο του ΄44 οι παλιοί κάτοικοι των Σουρμένων επιστρέφουν από τη «δεύτερη εξορία» όπως οι ίδιοι λένε και ξαναχτίζουν τα σπίτια τους. Η ανάγκη για χρήματα τους κάνει να πουλήσουν μέρος του κλήρου τους κυρίως σε άλλους Πόντιους πρόσφυγες.
Η περίοδος ΄45-΄55 είναι περίοδος ανοικοδόμησης. Τα σπίτια είναι μονοκατοικίες με αυλές εσωτερικές. Παραμένει περιοχή εργατική με χαμηλά εισοδήματα (κυρίως εργάτες – οικοδόμοι). Το 1956 ενόψει της επίσκεψης Αϊζενχάουερ κατεδαφίζονται τελείως τα οικήματα στο Χασάνι και σε τμήμα του Κάτω Ελληνικού για τις ανάγκες επέκτασης του αεροδρομίου και της Αμερικανικής Στρατιωτικής Βάσης (συνολικής έκτασης 5.000 στρεμμάτων). Το 1968 καταργήθηκε εκ νέου ως κοινότητα και αποτέλεσε με την Κοινότητα Καλαμακίου το Δήμο Αλίμου. Επανασυστάθηκε όμως το 1975 με το Νόμο 185/1975.
«Όταν ξεκίνησε το 1975 η τότε Κοινότητα Ελληνικού δεν είχε καρέκλα να κάτσει κανένας. Οι πρώτες συνεδριάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου έγιναν στην αίθουσα του Ποντιακού Συλλόγου. Γραμματέας ερχόταν από το Δήμο Βούλας και επί οκτάμηνο δεν υπήρχε υπάλληλος… Στα χρόνια που ακολούθησαν όχι μόνο κάλυψε τη διαφορά αλλά και ξεπέρασε πολλούς άλλους δήμους και σε αναλογία πληθυσμού παρέχει στους πολίτες πλήθος δραστηριοτήτων και υπηρεσιών» (απόσπασμα ομιλία του Δημάρχου Κώστα Κορτζίδη στο δημοτικό συμβούλιο τον Ιανουάριο του 1998).
Το 1982 αναγνωρίστηκε ως Δήμος και άρχισε να λειτουργεί την 1η Ιανουαρίου 1983. Ο Κώστας Κορτζίδης διετέλεσε δήμαρχος μέχρι το 1998. Ακολούθησαν οι Ιορδάνης Εφραιμίδης (1999-2006) και Χρήστος Κορτζίδης (2007 – 2010).

