Η Α’ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο και το Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος
Η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου κρίνεται ως μία από τις σημαντικότερες της νεοελληνικής ιστορίας, καθώς μπαίνουν τα θεμέλια των νόμων και της διοίκησης του μελλοντικού ελληνικού κράτους. Ξεκίνησε στις 20 Δεκεμβρίου του 1821, και ψήφισε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και το Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος την 1η Ιανουαρίου του 1822. Στην ουσία τότε το ελληνικό έθνος ορίζει την «Πολιτική του ύπαρξη και Ανεξαρτησία του».

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος 1η Ιανουαρίου 1822 Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής.
Η διοργάνωση
Αρχικά είχε οριστεί από τον Υψηλάντη το Άργος ως τόπος για την εθνοσυνέλευση. Οι «πληρεξούσιοι» ή «παραστάτες» ορκίστηκαν στην παλαιά εκκλησία του Αη Γιάννη του Άργους[1]. Η Εθνοσυνέλευση άρχισε στις 20 Δεκεμβρίου 1821, στο χωριό Πιάδα (Νέα Επίδαυρος) κοντά στην Αρχαία Επίδαυρο. Οι εργασίες της εθνοσυνέλευσης έληξαν στις 16 Ιανουαρίου 1822.

Στη συνεδρίαση συμμετέχουν 59 αντιπρόσωποι, εκ των οποίων 20 γαιοκτήμονες, 13 πλοιοκτήτες, 3 αρχιερείς, 4 στρατιωτικοί ηγέτες, 12 διανοούμενοι και 4 αγνώστων επαγγελματικών στοιχείων. Τη σύνταξη του κειμένου αναλαμβάνει μια δωδεκαμελής επιτροπή, με πρόεδρο τον Μαυροκορδάτο και αρχιγραμματέα τον Νέγρη. Είναι φανερό ότι το κείμενο που παράγεται και εκδίδεται είναι βαθιά επηρεασμένο από τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης και του γαλλικού συντάγματος. Στο Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής:
- Όλοι οι κάτοικοι της επικρατείας που πιστεύουν στον Χριστό είναι Έλληνες και έχουν ίδια πολιτικά δικαιώματα.
- Όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο και έχουν τα ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από αξίωμα και κοινωνική τάξη.
- Όσοι θέλουν να διαμείνουν στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται από τον νόμο όπως και οι αυτόχθονες κάτοικοι.
- Η ιδιοκτησία, η τιμή και η ασφάλεια κάθε Έλληνα προστατεύεται από τον νόμο.
- Απαγόρευση βασανιστηρίων.
- Τη διοίκηση αναλαμβάνουν δύο σώματα: το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό. Οι νόμοι ψηφίζονται με την παρουσία και την ψήφο και των δύο σωμάτων.

Οι εκπρόσωποι ή πληρεξούσιοι ήταν 60, κάποιοι από τους οποίους αναφέρονται παρακάτω:
• Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πρόεδρος εκτελεστικού
• Δημήτριος Υψηλάντης, πρόεδρος βουλευτικού
• Ιωάννης Κωλέττης
• Πανούτσος Νοταράς
• Παπαφλέσσας
• Αναστάσιος Πολυζωίδης
• Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄
• Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αντιπρόεδρος του Βουλευτικού
• Ασημάκης Φωτήλας
• Θεόδωρος Νέγρης
• Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης
• Πανουργιάς (Σάλωνα)
• Μανώλης Τομπάζης, (Ύδρα)
• Γρηγόριος Κωνσταντάς
• Αναγνώστης Δεληγιάννης
• Χριστόδουλος Άχολος, (Ηλεία)
• Νικόλαος Βιλαέτης, (Ηλεία)
• Βενιαμίν Λέσβιος
• Εμμανουήλ Χατζηαντωνίου, (Κάσος)
• Δημήτριος Περρούκας ή Μπερρούκας
• Χριστόδουλος Ματακίδης ή Ματακής (Σάμος)
• Χριστόδουλος Καψάλης
• Γεώργιος Ντεμπεγιώτης ή Δεμπεγιώτης ή Τεμπεγιώτης (Μεσσηνία)
• Δημητράκης Ρομανόπουλος ή Ρομανάς (Μεσσηνία)
• Βασίλειος Ν. Μπουντούρης (Ύδρα)
• Ιωάννης Δροσινός
Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας
«Aπόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτο αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Oθωμανικού Kράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περιπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίσουσα, διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως.
Mετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ αυτής να παραβληθή δυναστείαν.
O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Eυρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Oθωμανών τυραννία επροσπάθησεν με βίαν να αφαιρέσει και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη.
Eίχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον δια να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας και να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών, και καταδικασμένοι εις αιώνιον δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικώς και άνευ τινός συνθήκης ήλθεν μακρόθεν να μας καθυποτάξει; Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη. Kαι αν η βία ή η ισχύς προς τον καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν, απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ εαυτά, η ισχύς ημπορεί ν αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ αιώνων ήσαν, δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον.
Aπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Tούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες, ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν, αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου, κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου Έθνους των Eλλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδία μάλλον των αλόγων ζώων, παρά των λογικών όντων. […]
Tαύτα διακυρύττει η Eθνική Συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, εν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον. ΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας. Αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την Διοίκησιν ημπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Eίθε ο κραταίος του Yψίστου βραχίων ν ανυψώσει και αρχομένους και άρχοντας, την Eλλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν αναγνωρίσωσι τα αληθή των αμοιβαία συμφέροντα. Kαι οι μεν δια της προνοίας, οι δε λαοί δια της ευπειθείας, να στερεώσωσι της κοινής ημών Πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Eίθε, είθε.
Eν Eπιδαύρω την 15ην Iανουαρίου. A της Ανεξαρτησίας. 1822.»
Λίγες μέρες μετά την έκδοση του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος, αποφασίστηκε η αντικατάσταση του λαβάρου της Φιλικής Εταιρείας με τη γαλανόλευκη σημαία, στις 13 Ιανουαρίου του 1822. Η Εθνοσυνέλευση ανέθεσε στο Εκτελεστικό σώμα να αποφασίσει για τη μορφή της σημαίας, που τα κυρίαρχα χρώματά της έπρεπε να είναι το γαλανό και το λευκό.
Η Προσωρινή Διοίκηση του ελληνικού κράτους μετονομάζει την Πιάδα σε Νέα Επίδαυρο, Μάιος 1822.
Ο 15ος νόμος που ψηφίστηκε στο ελληνικό κράτος στις 9 Μαΐου 1822, 14 μήνες μετά την επανάσταση και λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της πρώτης Εθνοσυνέλευσης αποτελεί ταυτόχρονα και τη πρώτη πράξη μετονομασίας οικισμού του ελληνικού κράτους. Το όνομα του οικισμού Πιάδα διολίσθησε αρχικά σιωπηρά στο ελληνικότερον Πεδιάδα και κατόπιν μετονομάστηκε σε Νέα Επίδαυρος αποκτώντας μια ονομασία από το αρχαιοελληνικό παρελθόν. Η πρακτική και η τρέχουσα χρήση του τοπωνυμίου υποχώρησε μπροστά στον ισχυρό συμβολισμό. Παράλληλα, η απόδοση τιμής στο χώρο που φιλοξένησε την θεσμική πράξη γέννησης του ελληνικού κράτους εκφράζεται με την αναβάθμιση του οικιστικού πυρήνα σε πόλη, την παροχή ενός οικονομικού προνομίου (απαλλαγή από τη δεκάτη) και κυρίως την άμεση πρόσδεση του χώρου και των ανθρώπων με την αρχαιότητα. Η μετονομασία αυτή αποτελεί την απαρχή μίας πρακτικής, αλλαγής, προσαρμογής και ενσωμάτωσης του χώρου στις ανάγκες του κράτους που δημιουργείται, αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα ενός αγώνα υποταγής του χάρτη στις εθνικές προτεραιότητες, μέσω του γλωσσικού ευπρεπισμού και της απαλοιφής ενοχλητικών ιχνών που άφησε η ιστορία του τόπου.
Η Πιάδα στην Ιστορία
«Σε μια ώρα και είκοσι οκτώ λεπτά από την Επίδαυρο φτάσαμε στην Πιάδα, ένα μεγάλο και πυκνοκατοικημένο χωριό, σκαρφαλωμένο γραφικά σ’ έναν απόκρημνο βράχο, του οποίου η κορφή στέφεται με τα ερείπια ενός σύγχρονου κάστρου. Από την Πιάδα εκτείνεται ως τη θάλασσα μια υπέροχη εύφορη πεδιάδα. Είναι πυκνοφυτεμένη με θεόρατα ελαιόδεντρα και η παραγωγή της είναι πλουσιοπάροχη».
Edward Dodwell, A Classical and Topographical Tour through Greece, During the Years 1801, 1805 and 1806, τ. ΙΙ, Λονδίνο 1819
Η Πιάδα, που περιγράφει ο περιηγητής Edward Dodwell στις αρχές του 19ου αιώνα, αποκτά τη θέση της στην ιστορία της Ελλάδας αλλά και στην ιστορία της δημοκρατίας, όταν οι εκπρόσωποι των επαναστατημένων Ελλήνων αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν εκεί την «πρώτη ἐλευθέρα Συνέλευσιν τῶν Ἐλλήνων ὡς Ἔθνους».

Το χωριό της Πιάδας (Πεδιάδα ή και Πιγιάδα) επελέγη ως νέος τόπος σύγκλησης της Εθνοσυνέλευσης στις 14 Δεκεμβρίου 1821, ύστερα από μακρές διαφωνίες των πληρεξουσίων στο Άργος. Παρά την έλλειψη οικημάτων, η Πιάδα προσέφερε τις κατάλληλες συνθήκες που δεν διέθετε το Άργος. Βρισκόταν μακριά από τα θέατρα των πολεμικών επιχειρήσεων (Ναύπλιο, Ακροκόρινθος), ήταν προστατευμένη από βουνά και παρείχε τη δυνατότητα διαφυγής διά θαλάσσης προς τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Το κυριότερο, δεν απειλούνταν από την πίεση των οπλαρχηγών και των ένοπλων οπαδών των διαφόρων παρατάξεων, οι οποίοι είχαν ήδη πλημμυρίσει το Άργος.
Η σημασία της Πιάδας ως πρώτου τόπου άσκησης εθνικών συντακτικών λειτουργιών επισημαίνεται ήδη από τον Μάιο 1822, όταν το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοινώνει με έγγραφό του ότι «Εἰς τὸ ἑξῆς πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια θέλει γνωρίζει τὸ μὲν χωρίον τῆς Πεδιάδος ὑπὸ τὸν τίτλον πόλις καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα Νέα Ἐπίδαυρος, τοὺς δὲ κατοίκους αὐτοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα πολῖται Ἐπιδαύριοι».

Σε δεύτερη απόφαση, τον ίδιο μήνα, προτείνεται και η ανέγερση αναθηματικής στήλης στον τόπο, η οποία όμως θα πραγματοποιηθεί τελικά στις αρχές του 20ού αιώνα, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανέγερση του μονοτάξιου σχολείου θηλέων της Νέας Επιδαύρου, διαμορφώνοντας ανάμεσά τους το χώρο της σημερινής πλατείας της Α´ Εθνοσυνέλευσης.

Η αρχική απόφαση για την ανέγερση της στήλης ανήκε στον Ιωάννη Κωλέττη που ως πρώτος Υπουργός των Εσωτερικών ανταποκρίθηκε σε σχετικό αίτημα των Εφόρων της Πιάδας. Το 1870, στην 50η επέτειο από την έναρξη της Επανάστασης , το θέμα ανακινήθηκε από τον πρώην νομάρχη Αναστάσιο Σταματέλο Αντωνόπουλο. Τη στήλη σχεδίασε ο γνωστός αρχιτέκτων Ερνέστος Τσίλλερ. Η κατασκευή της ανατέθηκε το 1900 στον Αθηναίο μαρμαρογλύπτη Ιωάννη Γ. Χαλδούπη και τα χρήματα για την κατασκευή της (18.000 δρχ.) συγκεντρώθηκαν με πανελλήνιο έρανο από σχετική επιτροπή που είχε συσταθεί από το 1886.

Αναμνηστική φωτογραφία από τα αποκαλυπτήρια της αναθηματικής στήλης στο βορειοδυτικό άκρο της πλατείας της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Νέα Επίδαυρος, 23 Μαΐου 1901 Αρχείο Ιωάννη Μπιμπή

Διακήρυξη προς τους Επιδαυρίους, ψήφιση νόμου από το Βουλευτικό και επικύρωσή του από το Εκτελεστικό για την απόδοση τιμών στην Πιάδα: α) μετονομασία σε Νέα Επίδαυρο, β) υπαγωγή σε καθεστώς πόλης, γ) εξαίρεση από τη φορολογία της δεκάτης, Κόρινθος, 19 Μαΐου 1822 από: Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 13, Αθήνα 1981, σ. 11, αρ. 548 Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων

Απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για το χαρακτηρισμό του οικήματος όπου στεγάστηκε η γραμματεία της Α΄ Εθνοσυνέλευσης ως διατηρητέου ιστορικού μνημείου. ΦΕΚ Β΄ 281/29.12.1956, σ. 2149 Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Βιντεο
Α΄ Εθνοσυνέλευση
Το χωριό της Νέας Επιδαύρου

